Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΛΗΘΗΣ & Η ΨΕΥΔΗΣ ΕΛΠΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ

ΕΛΠΙΣ
Η ΑΛΗΘΗΣ ΚΑΙ Η ΨΕΥΔΗΣ ΕΛΠΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ
Ὑπάρχει ἐλπὶς πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τῆς καρδιακῆς πίστεως, ἥτις ἀληθὴς ὑπάρχει, ὡς μετὰ διακρίσεως καὶ γνώσεως γενομένη· καὶ ὑπάρχει ἄλλη παρηλλαγμένη, ἐξ ἀσυνεσίας καὶ ὁκνηρίας ἐγγινομένη· ἥτις καὶ ψευδὴς ὑπάρχει.
Ἄνθρωπος, ὁ ὁποίος καθόλου δὲν φροντίζει διὰ τὰ φθαρτὰ πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχει ἀφιερεωθῆ ὁλόκληρος εἰς τὸν Θεόν, διαρκῶς δὲ νύκτα καὶ ἡμέραν προσπαθεῖ νὰ τὸν λατρεύῃ καὶ νὰ τὸν εὐαρεστῇ, διαθέτων πρὸς τοῦτο ὁλόκληρον τὴν φροντίδα καὶ ὅλον του τὸν χρόνον, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καλῶς καὶ μετὰ βαθείας γνώσεως καὶ συνέσεως ἐλπίζει εἰς τὸν Θεόν, ὅτι θὰ φροντίσῃ διὰ τὰς ὑλικάς του ἀνάγκας. Διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν εἶναι δίκαιον καὶ ὁ Θεὸς νὰ ἐπιδείξῃ πρὸς αὐτὸν ὅλην τὴν φιλόστοργον φροντίδα Του καὶ νὰ τοῦ χορηγήσῃ ἀκόπως τὰ πρὸς συντήρησιν, διότι εἶναι γνήσιός του ὑπηρέτης καὶ φυλάσει τὴν θείαν Του ἐντολὴν «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ς΄, 33).

Εἰς αὐτὸν λοιπόν, ὁ ὁποίος τόσον προθύμως ἀφιερώθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Θεοῦ, ὅλος ὁ κόσμος τοῦ τὰ προσφέρει ἕτοιμα καὶ πειθαρχεῖ εἰς τὸ θέλημά του, καὶ ὡς δοῦλος ἐκτελεῖ τὰς ἐντολάς του, ὑπακούων ὡς πρὸς δεσπότην του. Εἶναι δὲ πρέπον ὁλόκληρος ἡ κτίσις νὰ ὑπηρετῇ αὐτόν, διὰ νὰ μὴ καθυστερήση ἀπὸ τὴν ἁγίαν του ἐνασχόλησιν, τὴν συνεχῆ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ παρουσίαν, τὴν διαρκῆ μετὰ τοῦ Θεοῦ ἐπικοινωνίαν καὶ ἀσυγκράτητον πρὸς Αὐτὸν ροπὴν.

Ἀπασχολούμενος ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μὲ τὴν χωρὶς διαλείματα ἁγίαν καὶ ὑψηλὴν αὐτὴν ἐπιμέλειαν, καὶ ἀπορροφώμενος ἐξ αὐτῆς τῆς θείας ἐνασχολήσεως, δὲν συγχωρεῖ εἰς τὸν ἑαυτὸν του νὰ φροντίζῃ διὰ τίποτε ἄλλο. Δι’αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ φύσις, ὡς θεραπαινίς τοῦ κοινοῦ τῶν ὅλων Δεσπότου, ἐκτελεῖ τὰ προστάγματά Του καὶ χορηγεῖ εἰς τὸν ἐκλεκτὸν Του δοῦλον ὅλα τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν συντήρησιν, χωρὶς αὐτὸς νὰ κοπιάζῃ καὶ νὰ μεριμνᾶ. Ὁ Δεσπότης καὶ Κύριος τῶν ὅλων φροντίζει διὰ μέσου τῆς φύσεως δι’ὅλους τοὺς ἐκλεκτοῦς του δούλους, ὅπως τρέφει καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὑρανοῦ, χωρὶς αὐτὰ νὰ φροντίζουν καὶ νὰ κοπιάζουν.

Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ τοῦ ἀφιερωμένου εἰς τὸν Θεὸν, ὑπάρχει καὶ ὁ ἀντίθετος. Εἶναι ἐκείνος, ποῦ εἶναι ἀκόμη δεμένος μὲ τὴν γῆν καὶ ἡ σκέψις του εἶναι αἰχμαλωτισμένη ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῶν γηΐνων ἔργων καὶ φροντίδων· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐξακολουθεῖ να τρέφεται, ὅπως ὁ ὄφις, μέ τὸ χώμα, δηλ. ἱκανοποιεῖ τὴν διάνοιάν του μὲ ταπεινάς καὶ χαμαιζήλους σκέψεις.

Ἡ καρδία του πλανάται ἀσκόπως εἰς ἀπραγματοποιήτους ἐπιθυμίας, αἱ ὁποίαι καὶ τῶν αἰχμαλωτίζουν, καὶ ὁ ἴδιος ρέπει εὐκόλως εἰς ἄσκοπον καὶ ἐνοχλητικὴν φλυαρίαν. Εὑρίσκεται συνήθως ξαπλωμένος ἀπὸ ὀκνηρίαν καὶ τεντώνων τοὺς πόδας του λέγει· «Πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μοῦ χορηγήσῃ τὰ ἀπαραίτητα».

Αὐτὴ ἡ ἐλπὶς εἶναι ψευδὴς, διότι γεννᾶται εἰς ἄνθρωπον στερούμενον πνευματικότητος, ἀργόσχολον καὶ ὀκνηρὸν. Δι’αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Θεὸν αὐτὰ ποὺ ὁ Θεὸς πληροφορεῖ διὰ τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου : «Ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῶ στόματι αὐτοῦ, καὶ ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμώσι με, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ΄,13-14). Καὶ ἀλλαχοῦ ὁ αὐτὸς λέγει· «Καὶ γνῶναι μου τὰς ὁδοὺς ἐπιθυ-μούσιν, ὡς λαὸς δικαιοσύνην πεποιηκώς, καὶ κρίσιν Θεοῦ αὐτοῦ μὴ ἐγκαταλελοιπώς», (Ἡσ. νη΄, 2). Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος θὰ εἰπῇ πρὸς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν· «Σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστι· καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίττουσιν» (Ἰάκ. β΄,19)· ἀλλ’ ἡ πίστις ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκδηλωθῇ μὲ ἔργα· ἐὰν δὲ, δὲν ἐκδηλώνεται μὲ ἔργα, τότε ἡ πίστις αὐτὴ εἶναι νεκρά. «Ἡ πίστις ἀνευ τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰάκ. β΄, 20).


Μὴ πλανάσαι, ἀπερίσκεπτε ἄνθρωπε, διότι πρέπει νὰ γνωρίζης τὰ ἑξῆς : Πρέπει νὰ προηγηθῆ ὁ κόπος καὶ ὁ ἱδρὼς διὰ τὸν Θεόν, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀρετῶν, καὶ μετὰ νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ γνήσια καὶ ἀληθὴς πρὸς τὸν Θεὸν ἐλπὶς. Καὶ σὺ λοιπὸν, ἐὰν πράγματι πιστεύῃς, ὅτι ὁ Θεὸς φροντίζει διὰ τὰ πλάσματά Του καὶ εἶναι δυνατὸς εἰς ὅλα, πρέπει νὰ ἐμφανίσῃς ἐργασίαν πρὸς τὸν Θεὸν, ποὺ νὰ ἀρμόζῃ εἰς τὴν πίστιν αὐτήν. Τότε δέ, ἐφ ὅσον θὰ ἐργάζεσαι διὰ τὸν Θεὸν, θὰ ἔχῃς τὴν μοναδικὴν εὐκαιρίαν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς νὰ ἀκούῃ εὐχαρίστως τὰ αἰτήματὰ σου καὶ χωρίς σὺ νὰ κοπιάζῃς, νὰ σοῦ χορηγῇ ὅσα ἔχεις ἀνάγκην· ἐκτὸς δὲ τῆς φροντίδος αὐτῆς θὰ σὲ προφυλάσει ὁ Θεὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς κινδύνους, τὰς ζημίας καὶ τὰς θλίψεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκειται ὁ ἄνθρωπος. Εὐεργετινός Γ΄- σελ. 275

Δεν υπάρχουν σχόλια: