PAGES

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2000

ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΠΕΡΙ ΣΗΜΕΙΟΦΟΡΩΝ

Περὶ σημειοφόρων
4. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Δουλᾶς, ὁ μαθητὴς τοῦ ἀββᾶ Βησαρίωνα:
Καθὼς βαδίζαμε κάποτε στὰ ἀμμώδη ὑψώματα δίπλα ἀπὸ τὴ θάλασσα, δίψασα καὶ εἶπα στὸν ἀββᾶ Βησαρίωνα:
«Ἀββᾶ, διψῶ πολύ».
Καὶ ὁ Γέροντας, ἀφοῦ ἔκαμε εὐχή, μοῦ εἶπε: «Πιὲς ἀπ᾿ τὴ θάλασσα».

Κι ἔγινε γλυκὸ τὸ νερὸ καὶ ἤπια. Ὡστόσο ὅμως ἐγὼ γέμισα καὶ τὸ δοχεῖο μου, μὴ τυχὸν διψάσω παρακάτω.
Καὶ μόλις μὲ εἶδε ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε: «Γιατί γέμισες νερό;»
«Συγχώρησέ με, τοῦ ἀπάντησα, μὴ τυχὸν διψάσω παραπέρα».
Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Γέροντα : «Ὁ Θεὸς εἶναι ἐδῶ ἀλλὰ καὶ παντοῦ εἶναι ὁ Θεός».

6. Κάποια ἄλλη φορὰ πάλι, καθὼς πηγαίναμε σὲ κάποιον Γέροντα, πῆγε ὁ ἥλιος νὰ βασιλέψει. Προσευχήθηκε τότε ὁ Γέροντας καὶ εἶπε:
«Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, ἂς σταθεῖ ὁ ἥλιος ὥσπου νὰ φτάσω στὸν δοῦλο σου». Κι ἔγινε ἔτσι.

13. Κάποια γυναῖκα ποὺ ἔπασχε ἀπὸ καρκίνο τοῦ μαστοῦ, καθὼς ἄκουσε σχετικὰ μὲ τὸν ἀββᾶ Λογγῖνο, ζήτησε νὰ τὸν συναντήσει.
Ἀσκήτευε ἐκεῖνος στὸ Ἔνατο τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Καθὼς τὸν ἀναζητοῦσε ἡ γυναῖκα, συμπτωματικὰ ὁ μακαριστὸς ἐκεῖνος μάζευε ξύλα στὴν ἀκροθαλασσιά.
Μόλις τὸν συνάντησε τοῦ εἶπε:
«Ἀββᾶ, ποῦ μένει ὁ ἀββᾶς Λογγῖνος, ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ;» χωρὶς νὰ βάλει μὲ τὸ νοῦ της ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος.
Κι ἐκεῖνος τῆς εἶπε: «Τί τὸν θέλεις ἐκεῖνον τὸν ἀπατεῶνα; Καθόλου μὴν πᾶς σ᾿ αὐτόν, γιατὶ εἶναι κατεργάρης. Καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔχεις;»
Ἡ γυναῖκα τότε ἔδειξε τὸ πάθος της κι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὸ μέρος ποὺ ἔπασχε, τὴν ἄφησε νὰ φύγει λέγοντάς της:
«Πήγαινε καὶ θὰ σὲ θεραπεύσει ὁ Θεός, γιατὶ ὁ Λογγῖνος σὲ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ὠφελήσει».
Ἔφυγε ἡ γυναῖκα, ἀφοῦ πίστεψε στὸν λόγο του καὶ θεραπεύτηκε ἀμέσως. Μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἀφοῦ διηγήθηκε σὲ κάποιους τὴν ὑπόθεση καὶ ἀνέφερε τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Γέροντα, διαπίστωσε ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἦταν ὁ ἀββᾶς Λογγῖνος.

14. Ἄλλοτε πάλι τοῦ ῾φεραν κάποιο ἕναν δαιμονισμένο κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε:
«Σὰν τί θὰ μποροῦσα νὰ σᾶς κάνω, πάτε καλύτερα στὸν ἀββᾶ Ζήνωνα».
Ἀργότερα ὁ ἀββᾶς Ζήνων ἄρχισε νὰ ἐπιπλήττει τὸν δαίμονα προσπαθώντας νὰ τὸν διώξει.
Κι ἄρχισε νὰ φωνάζει τὸ δαιμόνιο:
«Καὶ τί νομίζεις, ἀββᾶ Ζήνων, ὅτι ἐξαιτίας σου φεύγω; Νά, ἐκεῖ προσεύχεται ὁ ἀββᾶς Λογγῖνος, παρακαλώντας τὸν Θεὸ ἐναντίον μου καὶ ἐπειδὴ φοβᾶμαι τὶς προσευχές του βγαίνω, ἐσένα οὔτε ποὺ σοῦ ἔδινα σημασία».

15. Ἄλλοτε πάλι μιὰ γυναῖκα ποὺ εἶχε στὸ χέρι της ἀρρώστια ποὺ δὲν θεραπευόταν, πῆγε μαζὶ μὲ μιὰ ἄλλη γυναῖκα ἔξω ἀπ᾿ τὸ κελί του, πρὸς τὸ βορινὸ παράθυρο καὶ τὸν ἔβλεπε ἐκεῖ ποὺ καθόταν καὶ ἐργαζόταν. Καὶ τὴ μάλωνε λέγοντας:
«Φύγε ἀπὸ δῶ, γυναῖκα».
Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἔμενε ἐκεῖ κοιτάζοντάς τον δίχως νὰ μιλάει, γιατὶ φοβόταν.
Κατάλαβε ὅμως ὁ Γέροντας τί εἶχε, ἀπὸ πληροφορία ποὺ τοῦ ᾿δῶσε ὁ Θεός.
Σηκώνεται λοιπὸν καὶ κλείνοντας τὸ παράθυρο μπροστά της, τῆς εἶπε:
«Φύγε, δὲν ἔχεις τίποτε τὸ κακό».
Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ θεραπεύτηκε ἡ γυναῖκα.

16. Ἄλλοτε πάλι πῆγε σ᾿ αὐτὸν κάποιος μὲ σκοπὸ νὰ τὸν συναντήσει. Καὶ πῆρε τὸ κουκοῦλι τοῦ Γέροντα καὶ καθὼς πῆγε σὲ κάποιον ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο, μόλις ἀκούμπησε τὴν πόρτα γιὰ νὰ μπεῖ, ἔβγαλε κραυγὴ ὁ δαιμονισμένος λέγοντας:
«Τί μοῦ ἔφερες ἐδῶ τὸν Λογγῖνο γιὰ νὰ μὲ διώξει;»
Καὶ ἀμέσως, τὴν ἴδια στιγμή, βγῆκε τὸ δαιμόνιο ἀπ᾿ αὐτόν.

24. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα ὅτι εἶχε μία θυγατέρα παρθένο, εὐλαβῆ σὰν τὸν πατέρα της, μὲ τὸ ὄνομα Εἰρήνη. Ἕνας γνωστὸς αὐτῆς τῆς ἔδωσε ἕνα πολύτιμο κόσμημα νὰ τοῦ τὸ φυλάξει. Κι αὐτὴ γιὰ νὰ τὸ ἀσφαλίσει καλύτερα, ἔκρυψε τὸ θησαυρὸ στὴ γῆ. Μετὰ ὅμως ἀπὸ λίγο καιρὸ ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ ἡ παρθένος.
Πέρασε κάποιο χρονικὸ διάστημα καὶ παρουσιάζεται αὐτὸς ποὺ εἶχε δῶσε τὸν θησαυρό. Μὴ βρίσκοντας τὴν θυγατέρα του, τὰ ἔβαλε μὲ τὸν πατέρα της, τὸν ἀββᾶ Σπυρίδωνα, ἄλλοτε ἀπειλώντας τον καὶ ἄλλοτε παρακαλώντας τον.
Καὶ ἐπειδὴ ὁ Γέροντας θεωροῦσε ὡς συμφορὰ τὴ ζημιὰ ποὺ ἔπαθε αὐτὸς ποὺ ἔδωσε τὸν θησαυρό, ἦρθε στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ ζητοῦσε ἀπ᾿ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει πρόωρα τὴν ἀνάσταση ποὺ ἔχει ὑποσχεθεῖ. Καὶ νὰ ποὺ δὲν διαψεύδεται, γιατὶ ἐμφανίζεται ἀμέσως ζωντανὴ ἡ παρθένος στὸν πατέρα της καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔδειξε τὸν τόπο, ὅπου βρισκόταν τὸ κόσμημα, ἔφυγε πίσω πάλι. Ἔτσι πῆρε ὁ Γέροντας τὸν θησαυρὸ καὶ τὸν ἔδωσε.

30. Ἔλεγαν γιὰ κάποιον Γέροντα ὅτι τὸ κελί του ἦταν φωτεινὸ σὰν τὴν ἡμέρα. Καὶ ὅπως διάβαζε καὶ ἐργαζόταν τὴν ἡμέρα, ἔτσι γινόταν καὶ τὴ νύχτα.

Σχετικά με τὴν ἐνάρετη ζωὴ.
1. Κάποια φορὰ τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἅγιος Ἀντώνιος προσευχόταν στὸ κελί του, ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε:
«Ἀντώνιε, δὲν ἔφθασες ἀκόμη στὸ μέτρο τοῦ τάδε τσαγκάρη ποὺ ζεῖ στὴν Ἀλεξάνδρεια».
Σηκώθηκε τὸ πρωί, πῆρε τὸ βαΐτικο ραβδί του καὶ πῆγε νὰ τὸν βρεῖ. Ἔφθασε σὲ κεῖνο τὸ μέρος καὶ μπῆκε στὸ ἐργαστήριό του.
Ἐκεῖνος ὅταν τὸν εἶδε ταράχτηκε. Τοῦ λέει λοιπὸν ὁ Γέροντας:
«Μίλησέ μου γιὰ τὶς πράξεις σου».
Ὁ τσαγκάρης εἶπε:
«Δὲν ξέρω νὰ ἔχω κάνει ποτὲ κάτι καλό, παρὰ μόνο, μόλις σηκωθῶ τὸ πρωὶ νὰ καθίσω στὸ ἐργόχειρό μου, λέω ὅτι ὁλόκληρη ἡ πόλη αὐτή, ἀπὸ τὸν πιὸ μικρὸ μέχρι τὸν πιὸ μεγάλο, μπαίνουν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς ἐνάρετες πράξεις τους καὶ ὅτι μόνο ἐγὼ κληρονομῶ τὴν κόλαση γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου. Τὸ βράδυ πάλι λέω τὰ ἴδια λόγια, πρὶν κοιμηθῶ».
Τ᾿ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος καὶ εἶπε:
«Ἀληθινά, σὰν καλὸς χρυσοχόος, ἐνῷ κάθεσαι στὸ σπίτι, ἀναπαυτικὰ κληρονόμησες τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἐγὼ ὅλο μου τὸν χρόνο τὸν περνῶ στὴν ἔρημο, ὅμως, καθὼς δὲν ἔχω διάκριση, δὲν σὲ ἔφθασα».

5. Κάποτε τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν ὁ ἀββᾶς Μακάριος στὸ κελί του, ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ ἔλεγε:
«Μακάριε, δὲν ἔφθασες ἀκόμη στὰ μέτρα τῶν τάδε γυναικῶν αὐτῆς ἐδῶ τῆς πόλης».
Τὸ πρωὶ ὁ Γέροντας σηκώθηκε, πῆρε τὸ βαΐτικο ραβδί του κι ἄρχισε νὰ ὁδοιπορεῖ γιὰ τὴν πόλη.
Ὅταν ἔφτασε στὴν πόλη καὶ βρῆκε τὸ σπίτι, χτύπησε τὴν πόρτα. Βγῆκε ἡ μία καὶ τὸν ὑποδέχτηκε στὸ σπίτι. Ἀφοῦ κάθισε γιὰ λίγο, ἦρθε καὶ ἡ ἄλλη. Τὶς κάλεσε, κι ἐκεῖνες ἦρθαν καὶ κάθισαν μαζί του. Τὶς λέει ὁ Γέροντας:
«Γιὰ σᾶς ἔκανα τόση πορεία καὶ ὑπέμεινα τόσο κόπο, ὥσπου νὰ φτάσω ἀπὸ τὴν ἔρημο. Πέστε μου λοιπὸν τὴν ἐργασία σας, ποιὰ εἶναι;»
«Πάτερ -τοῦ λένε- πίστεψέ μας, δὲν εἴμαστε ἡ καθεμιά μας ἔξω ἀπὸ τὴν κλίνη τοῦ ἄνδρα της μέχρι σήμερα. Ποιὰ ἐργασία λοιπὸν ζητᾷς ἀπὸ μᾶς;»
Ὁ Γέροντας ἔβαλε μετάνοια καὶ τὶς παρακαλοῦσε:
«Φανερῶστε μου τὸ ἔργο σάς».
Τότε τοῦ λένε:
«Ἐμεῖς κατὰ κόσμον εἴμαστε ξένες μεταξύ μας. Ἔτυχε ὅμως νὰ παντρευτοῦμε δυὸ ἀδελφοὺς κατὰ σάρκα. Καὶ νά, ἐδῶ καὶ δεκαπέντε χρόνια ὡς σήμερα κατοικοῦμε σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι καὶ δὲν ξέρουμε νὰ φιλονικήσαμε ποτὲ ἢ νὰ ἀναφερθήκαμε σὲ αἰσχρὰ πράγματα. Μάλιστα, ἦρθε στὸ λογισμό μας νὰ ἀφήσουμε τοὺς ἄνδρες μας καὶ νὰ μποῦμε στὸ τάγμα τῶν μοναχῶν. Πολὺ παρακαλέσαμε τοὺς ἄνδρες μας νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ φύγουμε, ἀλλὰ δὲν τοὺς πείσαμε. Ἔτσι, ἀφοῦ δὲν πετύχαμε αὐτὸν τὸν σκοπό, κάναμε συμφωνία μεταξύ μας καὶ μὲ τὸν Θεό, μέχρι τὸν θάνατό μας νὰ μὴ βγεῖ ἀπὸ τὸ στόμα μας κανένας κοσμικὸς λόγος».
Ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀββᾶς Μακάριος, εἶπε:
«Ἀληθινά, δὲν ὑπάρχει παρθένα ἢ παντρεμένη ἢ μοναχὸς ἢ κοσμικός, ὁ Θεὸς τὴν πρόθεση ζητάει καὶ δίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ ὅλους».

6. Ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν εἶπε ὅτι ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος εἶχε πεῖ γιὰ τὸν ἀββᾶ Παμβὼ ὅτι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχε, ἔκανε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατοικεῖ μέσα του.

7. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν:
«Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες μας ἔγιναν ἀνδρεῖοι στὴν ἄσκηση, ἀλλὰ στὴ λεπτότητα τῶν λογισμῶν ἐλάχιστοι».

8. Ὁ ἴδιος εἶπε: «Τρεῖς σωματικὲς πράξεις εἴδαμε στὸν ἀββᾶ Παμβώ:
Ἀσιτία κάθε μέρα ὡς τὸ βράδυ, σιωπὴ καὶ ἐργόχειρο».

9. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅτι ἂν κάθονταν μπροστά του κάποιοι Γέροντες καὶ μιλοῦσαν γιὰ ἀββάδες ἢ ἀνέφεραν τὸ ὄνομα τοῦ ἀββᾶ Σισώη, τοὺς ἔλεγε: «Ἀφῆστε τὸν ἀββᾶ Σισώη, τὰ σχετικὰ μ᾿ αὐτὸν ξεπερνοῦν κάθε διήγηση».

17. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Σαρματᾶ ὅτι πολλὲς φορὲς ἔκανε ἄσκηση ἐπὶ σαράντα ἡμέρες σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη τοῦ ἀββᾶ Ποιμένα, καὶ περνοῦσαν οἱ μέρες σὰν ἕνα τίποτε γι᾿ αὐτόν. Ἦρθε ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν καὶ τοῦ λέει:
«Πές μου τί ἔχεις κερδίσει κάνοντας τόσο κόπο».
Ἐκεῖνος ἔλεγε: «Τίποτε περισσότερο».
Τοῦ λέει πάλι ὁ ἀββᾶς: «Δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσω, ἂν δὲν μοῦ πεῖς».
Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἕνα μόνο εἶδα, ὅτι ἂν πῶ στὸν ὕπνο «πήγαινε», πηγαίνει. Καὶ ἂν πῶ «ἔλα», ἔρχεται».

20. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ὢρ ὅτι οὔτε ποτὲ εἶπε ψέματα οὔτε ὁρκίστηκε οὔτε ἔδωσε κατάρα σὲ ἄνθρωπο οὔτε μίλησε χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἀνάγκη.

21. Ὁ ἴδιος ὁ ἀββᾶς Ὢρ ἔλεγε στὸν μαθητή του Παῦλο: «Πρόσεχε νὰ μὴ φέρεις ποτὲ σ᾿ αὐτὸ τὸ κελὶ ἀνάρμοστα λόγια».

22. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ὢρ καὶ τὸν ἀββᾶ Θεόδωρο ὅτι συνήθιζαν ἀδιάκοπα νὰ βάζουν ἀρχὴ γιὰ κάθε καλὸ καὶ νὰ εὐχαριστοῦν τὸν Θεό.

31. Δυὸ ἄνθρωποι συμφώνησαν καὶ ἔγιναν ἀσκητές. Ἔκαναν μεγάλη ἄσκηση κι ἔζησαν ἐνάρετη ζωή. Ὁ ἕνας συνέβη νὰ γίνει ἡγούμενος κοινοβίου. Ὁ ἄλλος παρέμεινε ἀναχωρητὴς καὶ φτάνοντας στὴν τελειότητα τῆς ἀσκήσεως, ἔκαμνε μεγάλα θαύματα: γιάτρευε δαιμονισμένους, ἔλαβε τὸ προορατικὸ χάρισμα, καὶ ἀρρώστους θεράπευε. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ ἀσκητὴς ἔγινε κοινοβιάρχης, ὅταν ἄκουσε ὅτι τόσα χαρίσματα ἀξιώθηκε νὰ πάρει ὁ συνασκητής του, ἀπομονώθηκε γιὰ τρεῖς βδομάδες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ προσευχήθηκε ἐκτενῶς στὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερώσει «πῶς ἐκεῖνος κάνει θαύματα κι ἔχει γίνει περιβόητος σ᾿ ὅλους, ἐγὼ ὅμως σὲ τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν μετέχω».
Παρουσιάστηκε ἄγγελος Κυρίου σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ λέει:
«Ἐκεῖνος τὴν πνευματικὴ ἐργασία του μέσα στὸ κελὶ τὴν κάνει μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα στὸν Θεὸ μέρα καὶ νύχτα, πεινώντας καὶ διψώντας γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου. Ἐσὺ καθὼς μεριμνᾷς γιὰ πολλά, ἔχεις τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς πολλούς, ἔ, σοῦ φτάνει ἡ παρηγοριὰ τῶν ἀνθρώπων».

Δεν υπάρχουν σχόλια: