Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΨΥΧΟΒΛΑΒΗΣ ΚΑΙ ΑΤΑΚΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΤΩΝ ΗΔΟΝΩΝ

Ο ΨΥΧΟΒΛΑΒΗΣ ΚΑΙ ΑΤΑΚΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΤΩΝ ΗΔΟΝΩΝ
ΕΡΩΤΑΣ ΗΔΟΝΩΝ
Τὰ πλέον ἠδύτερα ἐλκύσματα, καὶ οἱ πλέον ἐρασμιώτεραι δυναστείαι, καὶ οἱ πλέον θεληματικαὶ ἁλυσίδες ὅπου δοκιμάζει ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι οἱ σωματικαὶ ἠδοναὶ τῶν 5 αἰσθήσεων· ὅθεν ποιὰ δύναμις ἀληθείας δύναται νὰ ἀποδείξει πόσον εἶναι βλαβεραὶ αὐταὶ καὶ πόσον ἀρεσταί; Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν ἡ ἴδια ρητορικὴ ἤθελε σωματωθεῖ, καὶ ἤθελε μεταχειρισθεῖ, ὄλας τᾶς μεθόδους της, πάλιν δὲν ἤθελεν ἀποδείξει καθὼς πρέπει τὴν κακίαν τούτων τῶν ἡδονῶν.
Διότι ἂν ὁ διάβολός μας ἔδιδε τὸ φαρμάκι του μὲ τὴν ἀλόην, ἢ μὲ κανένα ἄλλο πικρὸ βότανον, δὲν εὐρίσκετο κανεὶς ὅπου νὰ τὸ πιεῖ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ τὸ δίδει μὲ τὸ μέλι τῶν τοιούτων ἡδονῶν δὲν ἔχουν ἀριθμὸν ἐκεῖνοι οἱ ἄφρονες ὅπου τρέχουν εἰς τὸ ποτήριόν του, καὶ συρόμενοι ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὀλίγην γλυκήτητα ὅπου ἔχει εἰς τὰ χείλη πίνουν γελῶντες τὸν θάνατον. Ἂς ἰδοῦμεν πόσο κακὸν κάνει εἰς τὴν ψυχὴν αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ὅπου ἔχει ὁ ἄνθρωπος νὰ γυρεύει τὰς ἠδονᾶς, καὶ ἂς ζητήσουμε τὴν ἰατρείαν της.

Ἡδονὲς δὲ ὅταν λέγω ὁμιλῶ διὰ τὰς σαρκικᾶς δήλ. πορνείας, μοιχείας, ἀρσενοκοιτίας, μαλακίας, καὶ τὰ λοιπὰ ὑπογάστρια πάθη· διότι αὐταὶ εἶναι μία κακία ὅπου ὁμιλεῖ ἀπὸ λόγου της, χωρὶς νὰ τὴν ἀποδείξουμε ἐμεῖς· καὶ κάθε ἕνας βλέπει, ὅτι, ἡ ἀκαθαρσία καὶ ἀσέλγεια τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, μὲ τὸ νὰ τυφλώνει τὸν νοῦν μας, καὶ νὰ προσκολλᾷ τὴν καρδιά μας εἰς τὰ παρόντα πράγματα περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην ἁμαρτίαν, νὰ ἐμποδίζει δὲ περισσότερον ἀπὸ ἄλλας ἁμαρτίας τὴν σωτηρίαν ὅλων κοινῶς τῶν ἀνθρώπων. Ὅθεν ἀληθεύει ἐκεῖνον τὸ περίφημον ἀπόφευγμα ὅπου εἶπεν ἕνας ἐνάρετος, ὅτι ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς κακίας, ἔξω ἀπὸ τὰ βρέφη ὀλίγοι φθάνουν εἰς τὸν παράδεισον.

Οἱ ἡδονὲς ὅπου ἐγὼ ἔχω ἐδῶ νὰ ἀποδείξω, καὶ νὰ ἀποτινάξω ἀπὸ ἐσένα ἀδελφέ, εἶναι οἱ πολυϋπνίαι, οἱ ἀναπαύσεις, τὰ φαγητά, τὰ ποτά, τὰ καλὰ φορέματα, τὰ καλὰ καὶ μαλακὰ στρώματα, τὰ ξεφαντώματα, καὶ ἁπλῶς εἰπείν, αἰ ἠδοναὶ ὅπου ὀνομάζονται τῶν αἰσθήσεων, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, εἰς τους ὁποίους φαίνεται ὅτι δὲν ἐκηρύχθει ὁ παγγενὴς ἐκεῖνος νόμος· τὸ νὰ γεννῶνται δήλ. καὶ νὰ ζοῦν μὲ κόπον καὶ μόχθον καὶ ἱδρῶτα εἰς τοῦτον τὸν κόσμον καθὼς εἶναι γεγραμμένον «ἐν ἰδρώτι τοῦ προσώπου σου φαγῆ τὸν ἄρτον σου» (Γέν. 3,19). Καὶ πάλιν «ἄνθρωπος γεννᾶται κόπω» (Ἰὼβ 5,7). Διότι αὐτοὶ ἀφοῦ δώσουν εἰς τὸν ὕπνον ἐπάνω εἰς μαλακὰ στρώματα ἕνα πολὺ μέρος τῆς ἡμέρας, τὸ ὑπόλοιπο τὸ δίδουν εἷς συμπόσια, εἰς συναναστροφές, εἰς ξεφαντώματα, εἰς τραγούδια, εἰς παιγνίδια, εἰς κωμῳδίας, εἰς περιπάτους, καὶ εἰς πανυγύρεις, χωρὶς νὰ ἀφήνουν ποτὲ νὰ τοὺς ξεφύγει καμμία ἡδονή, ὅπου οἱ διάφοροι καιροὶ τοῦ χρόνου μὲ διάφορους τρόπους προσφέρουν σὲ αὐτούς.

Μὲ ὅλον τοῦτο, αὐτὴ ἡ ζωὴ ὅπου εἶναι γεμάτη ἀπὸ τρυφᾶς, ἀσωτίας, καὶ ματαιότητας, ἀπὸ ἐφευρέματα πάντοτε περισσότερα, διὰ ξεφαντῶματα, φαίνεται εἰς αὐτούς, ἡ πλέον ἀθωοτέρα καὶ καλλιτέρα ζωὴ τοῦ κόσμου. Καὶ ἂν τύχει νὰ ἀκούσουν κάποιον νὰ τοὺς κατακρίνει, τὸν κατηγοροῦν ὡς ἀγροῖκον ἄνθρωπον καὶ χωρικὸν καὶ λέγουν πὼς αὐτὸς ζητᾷ νὰ μεταβάλει τᾶς πολιτείας εἰς ἐρήμους, καὶ νὰ κάνει τοὺς κοσμικοὺς καλογήρους καὶ ἀσκητᾶς. Ἀλλὰ ἀνίσως αὐτοὶ καὶ ἔχουν δίκαιον εἰς αὐτὰ ὅπου λέγουν, ἔχει ἄδικον λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς Χριστός; Ἔχει ἄδικον λοιπὸν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὅπου μας δείχνει εἰς τὴν θείαν Γραφήν, ὅλα τὰ ἐνάντια;
Ὁ Θεός μας ὁμιλεῖ διὰ στόματος τοῦ δικαίου Ἰὼβ μὲ τοιοῦτον τρόπον «τὰ δὲ παιδὶα αὐτῶν προσπαίζουσιν, ἀναλαβόντες ψαλτήριον καὶ κιθάραν, καὶ εὐφραίνονται φωνὴ ψαλμοῦ, συνετέλεσαν δ’ ἐν ἀγαθοῖς τὸν βίον αὐτῶν, ἐν δὲ ἀναπαύσει ᾅδου ἐκοιμήθησαν» (Ἰὼβ 21,13). Χαίρονται λέγει εἰς τὰ παιγνίδια, ἐφραίνονται εἰς τὰ τραγούδια, περνοῦν τὸν καιρὸν μὲ ξεφαντώσεις καὶ ἔξαφνα εἰς μίαν στιγμὴν πηγαίνουν εἰς τὸν ἄδην. Τοιουτοτρόπως μᾶς ὁμιλεῖ καὶ διὰ τοῦ Ἠσαϊου «μετὰ κιθάρας καὶ ψαλτηρίου καὶ τυμπάνων καὶ αὐλῶν τὸν οἶνον πίνουσι καὶ τὰ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι» (Ησ. 5,12).

Πλέον δὲ φανερώτερά μας λέγει ἡ ἔνσαρκος σοφία μὲ τὸ ἴδιον στόμα τῆς «ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς τοὺς πλουσίους ὅπου ἔχετε ἐδῶ τὴν ἀναπαυσίν σας». Ἀλοίμονον εἰς ἐσᾶς ὅπου χορταίνεται ἀπὸ κάθε ἡδονήν. Ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς ὅπου γελᾶτε τώρα. Ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς ὅπου ἐπαινεῖσθε καὶ τιμάσθε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. (Λουκ. 6,24) Ἐσὺ μὲν λέγεις ὅτι, τί κακὸν εἶναι τὸ νὰ χαίρεται κανεὶς καὶ νὰ ἐφραίνεται; Τί κακὸν εἶναι τὸ νὰ ζητεῖ κάθε λογὴς ξεφάντωμα; Τὸ νὰ ἐνδύεται ἀρχοντικὰ καὶ μεγαλοπρεπῶς; Τὸ νὰ ἐξοδεύει τὴν ζωὴν εἰς τὰς τρυφᾶς; Φθάνει νὰ μὴν κάνει ἄλλην ἁμαρτίαν ἢ ἀδικίαν ἢ ἀσέλγειαν. Ὁ δὲ Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει φανερά, ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ζωῆς εἶναι μίαν ἑτοιμασίαν διὰ τὴν κόλασιν, τὴν ὁποίαν κόλασιν τὴν σημειώνει μὲ ἐκεῖνο τὸ οὐαί, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ὅπου λέγει. Πνευματικά Γυμνασματα Αγίου Νικοδήμου σελ. 403-405

Δεν υπάρχουν σχόλια: