Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

ΟΠΤΑΣΙΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

ΟΠΤΑΣΙΑ ΦΟΒΕΡΑ
Περὶ τοῦ πολέμου τῶν δαιμόνων κατὰ τῶν μοναχῶν καὶ τῶν ἱερῶν βιβλίων! Ἥν εἶδεν εἶς εὐλαβὴς Ἡγούμενος πρὸ ἑκατοπεντηκονταετίας περίπου εἰς τὸ μοναστήριον Νεάμτζου τοῦ Ἀγ.Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ, ἐν Ρουμανίᾳ.
ΙΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ
Περὶ τὰ μέσα τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνα, ὁ ἅγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (1722 – 1794) ἀναχωρήσας ἀπὸ τὴν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω Σκήτην τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ μαζὶ μὲ ἄλλους 60 ἀσκητάς, ἐλθὼν ἐσύστησεν ἐν Ρουμανίᾳ τὸ Μοναστήριον Νεάμτζου, παραχωρηθὲν αὐτοῖς, ἕνα μὲν διότι ὑπερπληθυνθέντων ἐκεῖ τῶν μοναχῶν δὲν ἐχώρει αὐτοὺς ὁ τόπος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ μεταφυτεύσωσιν εἰς τὰς εὐσεβεῖς παραδουναβείους χώρας τὴν θαυμασίαν τάξιν καὶ τὸν ἀνώτερον πνευματικὸν βίον τοῦ ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ.

Τὸ μοναστήριον κρατῆσαν ἐξ ἀρχῆς τὴν αὐστηρὰν πνευματικὴν ζωὴν καὶ τάξιν, ἔλαμψεν ὡς φαεινὸς ἀστὴρ εἰς ὅλας τὰς γύρω χώρας καὶ ἐπὶ πολλὰς δεκαετίας ἐξεπλήρωσεν πλήρως τοὺς σκοποὺς διὰ τοὺς ὁποίους τὸ συνέστησεν ὁ ἅγιος Παΐσιος. Ἀναδιοργανώθη ὁ μοναχισμὸς ἐπὶ καθαρῶς πνευματικῶν βάσεων καὶ εἰς αὐτὸν ὀφείλεται ἐν μέρει ἡ μέχρι καὶ σήμερον διατηρουμένη βαθεῖα εὐσέβεια τῶν Σλαυϊκῶν χωρῶν· διὰ λογίων μοναχῶν καὶ ἀντιγραφέων ἐργαζομένων νυχθημερόν, μετεφράσθησαν ἐκ τῆς ἑλληνικῆς εἰς τὴν ρουμανικὴν καὶ ρωσσικήν, πάντα σχεδὸν τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκ τοῦ Μοναστηρίου τούτου ἐλαμβάνοντο ἡγούμενοι διὰ τὰ πανταχοῦ συστηθέντα μοναστήρια, κατὰ χιλιάδας δὲ ἄνθρωποι πάσης τάξεως προσήρχοντο ἢ ἔγραφον, διὰ νὰ λάβωσιν τὰς πνευματικὰς ὁδηγίας τοῦ ἁγίου Παϊσίου.
Ἡ ὀπτασία τὴν ὁποίαν θὰ διηγηθῶμεν κατωτέρω, ὡράθη εἰς τὸ ὡς ἄνω μοναστήριον 50 περίπου ἔτη μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἁγίου Παϊσίου, ὅτε πλέον ἡ αὐστηρότης τῆς πνευματικῆς ζωῆς δὲν ἐφυλάττετο καὶ οἱ Κανονισμοὶ τοῦ ἁγίου δὲν ἐτηροῦντο ὅπως τοὺς παρέδωσεν ἐκεῖνος. Οἱ μοναχοὶ ἀμελήσαντες τὰ πνευματικὰ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ ὑποσχέσεις τοῦ Σχήματος, ἐπεδίδοντο μᾶλλον εἰς περιποιήσεις ἀμπελώνων καὶ κήπων εἰς τὰ μετόχια τοῦ μοναστηρίου. Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ αὐστηρότης τῆς ζωῆς καὶ τῆς τάξεως ὑπεχώρει καὶ τὸ μοναστήριον ἔγινεν τόπος παραθερισμοῦ τῶν πλουσίων, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο κάθε καλοκαίρι καὶ διέμενον μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των διὰ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἀέρος. Μοναχοὶ ἔχοντες οἰκίας ἔξωθεν τοῦ μοναστηρίου, μεγάλην ἐπιμέλειαν ἐδείκνυον ἵνα καταστήσωσιν αὐτὰς εὐρυχώρους καὶ καταλλήλους διὰ τοὺς κοσμικούς, ἐπειδὴ ἐπλήρωνον οὗτοι μεγάλα ἐνοίκια εἰς αὐτοὺς· πολλάκις ἀφήνοντες οἱ μοναχοὶ τελκείως εἰς χεῖρας τῶν κοσμικῶν τὰ οἰκήματα, διέμενον εἰς ἐλεεινὰς καλύβας μακράν, διὰ νὰ μὴν ἐνοχλῶσι «τὰς κυρίας καὶ τοὺς κυρίους», οἱ ὁποῖοι ὅλην τὴν ἡμέραν ἐγύριζον ὡσὰν μεθυσμένοι μέσα εἰς τὸ μοναστήριον. Εἰς τὰ μετόχια παρήγαγον ἄφθονον οἶνον, διὰ τὴν πώλησιν τοῦ ὁποίου ἤνοιξαν ποτοπωλεῖα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ μοναστηρίου καὶ τοῦτο ἦτο ἐπὶ πλέον ἀφορμὴ νὰ ἔρχωνται οἱ κοσμικοὶ νὰ διασκεδάζωσιν. Συνεστήθη ἐπίσης ἐντὸς τοῦ μοναστηρίου σχολεῖον διὰ τὰ πτωχὰ παιδία τῶν περιχώρων καὶ σχολὴ διὰ τοὺς ἱεροψάλτας. Ταῦτα πάντα συνέτειναν εἰς τὸ ν’ ἀπολέσῃ τὸ μοναστήριον τὴν ἡσυχίαν του καὶ οἱ μοναχοὶ ν’ ἀμελήσωσι τὰς πνευματικὰς ἐνασχολήσεις καὶ τὴν ζωὴν τῆς ἐγκρατείας καὶ προσευχῆς καὶ πνευματικῆς φιλοπονίας, τὰ ὁποῖα τοὺς παρέδωσεν ὁ Ὅσιος Παΐσιος, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρίσκετο τὸ μοναστήριον ὅτε ὡράθη ἡ ὀπτασία αὕτη.
Ἕνας ἐκ τῶν μαθητῶν τοῦ ἁγίου Παϊσίου, ὀνόματι Σωφρόνιος, ὁ ὁποῖος εἶχεν πνευματικὴν ζωήν, μίαν νύκταν νομίσας ὅτι ἐξημέρωσεν, ἐξῆλθεν εἰς τὴν πύλην τῆς Μονῆς καὶ παρετήρησεν πρὸς τὴν ἐξώθυραν, εἰς τὸν τόπον ὅπου εὑρίσκεται σήμερον τὸ Ἁγίασμα. Βλέπει ἐκεῖ ἕναν ὡσὰν ἀράπην μὲ σχῆμα φοβερόν, ὁ ὁποῖος ἐφοροῦσε στολὴν στρατιωτικὴν ὡς ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐφώναζε δυνατὰ καθὼς φωνάζουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ὅταν δίδωσιν διαταγὰς εἰς τοὺς στρατιώτας. Τὸ σχῆμα  του ἦτο φοβερόν. Τὸ πρόσωπόν του μαῦρον ὡσὰν κατράμι· οἱ ὀφθαλμοὶ ἔλαμπον κόκκινοι ὡς φλόγα πυρὸς· τὸ στόμα του ὡσὰν τοῦ πιθήκου· οἱ ὀδόντες του ἔξω τοῦ στόματος· εἰς τὴν μέσην εἶχεν ὡσὰν ζώνην τυλιγμένην καὶ τὴν γλῶσσαν ἔξω ὡσὰν σπαθί· εἰς τοὺς ὤμους του εἶχεν ὡσὰν «γαλόνια» κεφαλὰς ἀσπίδων καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν ἐφοροῦσε καπέ-λλο, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποιον ἔβγαιναν κεφαλαὶ φαρμακερῶν ὄφεων, οἱ ὁποῖοι ὡσὰν μαλλία ἦσαν τυλιγμένοι εἰς τὸν λαιμόν του. Ὁ ἡγούμενος ὡς τὸν εἶδεν ἔμεινεν ὡς ξύλον ξηρὸν ἀκίνητος ἀπὸ τὸν φόβον· κατόπιν συνῆλθεν ὀλίγον καὶ ἠρώτησεν τὸν φαινόμενον ἀράπη, τί γυρεύει τοιαύτην ὥραν εἰς τὸ μοναστήριον.
- Ἄραγε δὲν γνωρίζεις ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀρχιστράτηγος εἰς τὸν ἰδικόν σας μοναστήριον; ἀπεκρίθη ὁ ἀράπης.
- Ποῦ ἔχομεν ἡμεῖς στρατὸν ἐδῶ, εἰς καιρὸν ὅπου ἡ πατρὶς εὑρίσκεται εἰς καλὴν εἰρήνην; ἠρώτησεν ὁ ἡγούμενος. Εἰς ταῦτα ἀπεκρίθη ἐκεῖνος : «Γνώριζε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν ἀόρατον στρα-τὸν τοῦ σκότους, διὰ νὰ πολεμῶμεν τὸ τάγμα τῶν μοναχῶν· ἐπειδὴ ἐσεῖς ὅταν δίδετε ὅρκον καὶ ὑπόσχε-σιν τῆς μοναχικῆς ζωῆς, κηρύσσετε ἀόρατον πόλεμον ἐναντίον μας καὶ πολλὰς πληγὰς μᾶς προξενεῖτε μὲ τὰ πνευματικὰ σας ὅπλα. Πολλὲς φορὲς ἡμεῖς φεύγομεν κατῃσχυμένοι, ἐπειδὴ μᾶς καίει ὡς πῦρ ἡ προσευχή σας. Ὅμως, τώρα δὲν ἔχομεν τόσον φόβον ἀπὸ σᾶς, ἀφ’ ὅτου πέθανεν ὁ ἡγούμενος Παΐσιος· ἐκεῖνος ἦτο φοβερὸς δι’ ἡμᾶς· πολὺ ὑποφέραμεν ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ πολλὰς καὶ βαρείας πληγὰς ἐλάβαμεν.
Ὅτε ἦλθεν οὗτος ἐκ τοῦ Ἁγίου Ὄρους μὲ 60 μοναχούς, ἐγὼ ἤμουν ἀπεσταλμένος μὲ 60.000 στρατιώτας διὰ νὰ πολεμήσωμεν τὸ ἰδικόν του τάγμα· ὅσον καιρὸν ἔζησεν ἐκεῖνος, ἡμεῖς ἀνάπαυσιν δὲν εἴχομεν. Πόσους πειρασμούς, πόσας στενοχωρίας καὶ ζιζάνια δὲν ἐπροξενήσαμεν καὶ μετεχειρίσθημεν ἐναντίον αὐτοῦ καὶτῶν μοναχῶν του διὰ νὰ ὀλιγοψυχίσουν καὶ τοὺς κρημνίσωμεν, ἀλλ’ οὐδὲν κατωρθώσαμεν. Ἐν ὅσῳ ἔζη ὁ ἡγούμενος, αἱ ἐπιθέσεις μας ἔμενον σχεδὸν πάντοτε ἄχρηστοι, ἐπειδὴ αὐτὸς ὡδηγοῦσε τοὺς μοναχοὺς εἰς τὸν ἀγῶνα μὲ πολλὴν ἐπιτηδειότητα καὶ τοὺς ἐνεψύχωνε μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς του καὶ τοὺς ἐνεδυνάμωνε μὲ τὰς πνευματικὰς συμβουλὰς καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας.
Μετὰ τὸν θάνατόν του ὀλιγόστευεν ὁ πόλεμος· διὰ τοῦτο ἀπεσύραμεν ἀπὸ τὸ μέτωπον 10.000 στρατιῶτες, ὡς μὴ ἔχοντες πλέον ἐργασίαν, μένοντες οὕτω μόνον 50.000. Δὲν παρῆλθεν πολὺς καιρὸς καὶ οἱ κανονι-σμοὶ τοῦ ἡγουμένου Παϊσίου, ἤρχισαν νὰ μὴ φυλάττωνται μὲ ἀκρίβειαν. Οἱ μοναχοὶ διηρέθησαν εἰς κόμματα καὶ ὁ πολὺς πλοῦτος τοῦ μοναστηρίου καὶ αἱ κοσμικαὶ φροντίδες, διὰ τὰς οἰκίας καὶ τὰ μετόχια, περισσότερον ἤρχισαν ν’ ἀπασχολοῦν αὐτοὺς. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ὠλιγοστεύσαμεν τὸν πόλεμον αἰσθητῶς. Καὶ πάλιν ἐστείλαμεν ἀλλοῦ ἀπὸ τὸ μοναστήριόν σας ἄλλους 10.000 πολεμιστὰς καὶ οὕτω ἔμεινα μὲ μόνον 40.000. Ὅταν οἱ κοσμικοὶ ἔλαβον πλήρη ἐλευθερίαν νὰ διασκεδάζωσιν τὸ θέρος ἐντὸς τοῦ μοναστηρίου σας μετὰ γυναικῶν, τότε ἡ χαρά μας ἦτο μεγάλη, διότι ἐξησθένησεν τὸ μέτωπον τῶν μοναχῶν καὶ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ξεκούραστοι. Διὰ τοῦτο ἀφαιροῦντες 10.000 στρατιώτας ἀπὸ τὸ μέτωπον ἐμείναμεν 30.000. Ἀργότερον, ἤνοιξεν σχολεῖον διὰ τὰ τέκνα τῶν κοσμικῶν ἐντὸς τοῦ μοναστηρίου. Πλεῖστοι τῶν μοναχῶν προσελάμβανον μαθητὰς ἀπὸ τὰ πλέον ἔξυπνα παιδιά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνουν μοναχοί. Πολλὴ ἀκαταστασία ἔγινε· τὰ παιδιὰ συχνάκις ἤρχοντο εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς μοναχούς· τὸ μέτωπον τοῦ ἀγῶνος ἀδυνάτησεν τόσον πολύ, ὥστε ἡμεῖς ἐμέναμεν χωρὶς ἐργσίαν. Τοῦτο μᾶς ἠνάγκασε νὰ έλαφρώ-σωμεν τὸ μέτωπόν μας· μετετέθησαν τότε ἄλλες 10.000 πολεμισταὶ καὶ ἔτσι μένομεν ἕως τῆς σήμερον μόνον μὲ 20.000 εἰς τὸ μέτωπον. Οὗτοι μένοντες πάντοτε εἰς τὸ μοναστήριον, πολεμοῦν ἡμέραν καὶ νύκταν».
Ὡς ἤκουσεν αὐτὰ ὁ ἡγούμενος, ἀνεστέναξε μὲ πόνον καὶ ἀπορῶν ἠρώτησεν πάλιν : - Τί ἀνάγκη ἔχετε ἀκόμη νὰ μένετε εἰς τὸ μοναστήριον, καθ’ ὅν χρόνον μόνοι σας ὡμολογήσατε, ὅτι σήμερον οἱ μοναχοὶ δὲν ἔχουσι ζῆλον ὅπως προηγουμένως, νὰ σᾶς πολεμήσουν, ἀλλὰ κάμνουσιν περισσότερον τὰ θελήματά σας μετὰ τῶν κοσμικῶν ἐνασχολήσεων; Τί ἐργασίαν ἔχετε ἀκόμη εἰς τὸ μοναστήριον;
Τότε, ὁ ἄσχημος ἐκεῖνος, ἠναγκασμένος ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, ἀπεκάλυψεν τὸ μυστικὸν διὰ τὸ ὁποῖον πολεμοῦσι τοὺς μοναχοὺς τοῦ αἰῶνος, τούτου καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἡγούμενον : - Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ μᾶς πολεμήσῃ, ὅπως προηγουμένως, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη σας ὠλιγόστευσε καὶ αἱ κοσμικαὶ μέριμναι καὶ ἡ ἀνάμειξις εἰς τὰς ταραχὰς τῶν κοσμικῶν κατέστειλεν τὸν ζῆλον τῶν μοναχῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀκόμη κάτι, τὸ ὁποῖον μᾶς προξενεῖ ἐργασίαν εἰς τὸ μοναστήριον. Εἶναι ἐκεῖνες οἱ «πατσαβοῦρες» τὰ βιβλία - ἡ φωτιὰ νὰ τὰ κάψῃ - τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἀφήνωσιν νὰ ἡσυχάσωμεν. Μελετῶντες αὐτὰ οἱ νέοι μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται μὲ θερμὸν ζῆλον ἀπὸ τὸν κόσμον, μᾶς προξενοῦν πολλὰς καὶ βαρείας πληγάς. Ἐπειδὴ μόλις λάβωσιν εἰς τὰς χεῖράς των τὰ «πεπαλαιωμένα καὶ καπνισμένα» ἐκεῖνα βιβλία, ἀμέσως ἀρχίζουν νὰ ἀγριεύουν ἐναντίον μας. Αὐτοὶ τότε μεταχειρίζονται πολλῶν εἰδῶν ὅπλα τὰ ὁποῖα εἶναι καυτήρια δι’ ἡμᾶς, ὅπως εἶναι αἱ νηστεῖαι, αἱ ἀγρυπνίαι, οἱ βαρεῖς κόποι καὶ περισσότερον ὅλων αἱ κατανυκτικαὶ προσευχαί των. Αὐτὰ ὅλα εἶναι δι’ ἡμᾶς βέλη ἠναμμένα, τὰ ὁποῖα μᾶς καίουσιν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς πλησιάσωμεν!  Πολλὲς φορὲς ἕνα μόνον ἂν θερμανθῇ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν, διώκει ὅλους ἡμᾶς· καὶ πολὺς κόπος καὶ τεχνάσματα μᾶς χρειάζονται διὰ νὰ φέρωμεν εἰς τὸ προκείμενον ἕναν τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος ἀγριεύει ἐναντίον μας μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν βιβλίων.
Τότε ὁ καημένος ὁ ἡγούμενος, μὴ δυνάμενος νὰ σιωπήσῃ, τὸν ἠρώτησε καὶ τοῦτο: Μὲ τί πολεμεῖτε σεῖς περισσότερον τοὺς μοναχοὺς εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον; Ὁ δὲ ἀπεκρίθη : - Ὅλην μας τὴν ἐπιμέλειαν τώρα ἔχομεν εἰς τὸ νὰ ἀπομακρύνωμεν τοὺς μοναχοὺς καὶ τὰς μοναχὰς ἀπὸ τὰς πνευματικὰς ἐνασχολήσεις, καὶ περισσότερον βαζόμεθα νὰ τοὺς κάμωμεν νὰ ἀφήσωσιν τὴν συνήθειαν τοῦ νὰ μελετῶσιν ἅγια βιβλία!  Ἐπειδὴ τίποτε δὲν θερμαίνει τόσον τὸν μοναχὸν ἐναντίον μας ὡσὰν ἡ ἀνάγνωσις τῶν καπνισμένων ἐκείνων βιβλίων. Ἀγωνιζόμεθα μὲ παντὸς εἴδους τέχνας καὶ δικαιολογίας ν’ ἀπομακρύνωμεν τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὴν μελέτην τῶν βιβλίων, νὰ τοὺς ὑποκινήσωμεν νὰ ἐργάζωνται ἄλλα, νὰ τοὺς ἐμπλέκωμεν εἰς παντὸς εἴδους φροντίδας εἰς τὰ μετόχια, εἰς τοὺς ἀμπελῶνας εἰς τοὺς κήπους, εἰς τὸ κρασοπούλημα, εἰς τὸ ψάρεμα καὶ εἰς τὸ μοναστήριον μὲ τὸ σχολεῖον καὶ τὴν φιλοξενίαν τῶν κοσμικῶν, οἱ ὁποῖοι μένωσιν τὸ θέρος διὰ τὸν καθαρὸν ἀέρα. Ὅλους τούτους τοὺς ἀπασχολουμένους εἰς αὐτά, τοὺς ἔχομεν συλλάβει ὡς αἱ μυῖγες εἰς τὸν ἱστὸν τῆς ἀράχνης καὶ εἰς ὅλα ὑπηρετοῦν ἡμᾶς. Ἕως ὅτου νὰ ἴδωμεν τελείως ἐγκαταλελειμμένα ἢ καμμένα τὰ πεπαλαιωμένα ἐκεῖνα βιβλία, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἡσυχάσωμεν. Ἐκεῖνα εἶναι ὡσὰν καρφιὰ δι’ ἡμᾶς.

Ἅμα ὡς ἐτελείωσεν τοὺς λόγους τούτους, ἐκτύπησεν τὸ σήμανδρον διὰ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ὄρθρου καὶ ἀμέσως ἔσβυσεν ὡσὰν καπνὸς ὁ ἀξιωματικὸς τῶν δαιμόνων· ὁ δὲ ἡγούμενος ἐγερθεὶς μὲ μὲγαν πόνον εἰς τὴν καρδίαν ἀπὸ τὰς ἀποκαλύψεις, ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ὅταν ἐσυνάχθησαν ὅλοι οἱ μοναχοί, διηγηθη εἰς αὐτοὺς μετὰ δακρύων τὴν φοβερὰν ταύτην ὀπτασίαν μετὰ δὲ ταῦτα ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ γραφῶσιν ἅπαντα ταῦτα εἰς βιβλίον, διὰ νὰ φυλαχθῶσιν πρὸς ὠφέλειαν τῶν μεταγενεστέρων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: