Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΕΝΩΧ ΚΑΙ ΗΛΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗΝ

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΕΝΩΧ ΚΑΙ ΗΛΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗΝ
ΚΑΘ’ ΗΝ ΩΡΑΝ ΕΙΣΗΡΧΕΤΟ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ. ΚΑΤ’ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗΝ ΣΕΙΡΑΝ.
ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Προφῆται :  Ἄνθρωπος ποῖος εἶσαι σύ; καὶ ποῖος ἔστειλέ σε; ἐδῶ εἰς τὸν Παράδεισον, καὶ τὶς ὁδήγησέ σε;
Ληστὴς :Ἄνθρωπος εἶμαι ἐκ τῆς γῆς, ὡσὰν καὶ σᾶς πλασμένος, μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τοῦ πλάστου τιμημένος.
Προφῆται :Βλέπομεν πῶς εἶσ’ ἄνθρωπος, μὰ τὶς εἶσαι ῥωτοῦμε. Πῶς ἐπροχώρησες ἐδῶ, εἰς τοῦτο ἀπορροῦμε.
Ληστὴς : Βλέποντες ἄνθρωπον λοιπόν, τὶ πλέον ἐρωτᾶτε καὶ σεῖς δὲν εἶστε ἄνθρωποι, ἐδῶ οὖν τὶ ζητᾶτε;
Προφῆται : Γέροντα δὲν σὲ βλέπομεν, ἀλλ’ οὔτε ἱερέα,
πῶς συντυχαίνεις τὸ λοιπόν, ὡς τόσον θαῥῥαλέα;
Ληστὴς : Γέροντας δὲν εἶμ’ ἐγώ, οὐδὲ ἱερωμένος,
μ’ ἔστειλε ὅμως ὁ Θεός, ἄς εἶναι δοξασμένος.
Προφῆται :Δὲν ὁμοιάζεις ἐκ Θεοῦ, ὄχι ἀπεσταλμένος,
ἐσ’ εἶσαι ἀγριάνθρωπος, φονιὰς κι’ αἱματωμένος.
Ληστὴς :Δὲν ὁμοιάζω ἀληθῶς, πλὴν ἡ φιλανθρωπία,
τοῦ Ἰησοῦ μ’ ἔσωσεν, ὡς ἄπειρος ὡς Θεία.
Προφῆται :Εὐλογημένε Ἰησοῦ, μὰ πῶς; νὰ ζῇς εἰπέ μας,
πῶς σ’ ἔσωσε; Τὶ ἔκαμες; Πολλὰ γὰρ εὔφρανές μας.
Ληστὴς : Εὐλογητὸς ὁ Κύριος, μὲ ἕνα λόγον μόνον
μὲ ἔσωσε, μ’ ἐδέχτηκε, χωρὶς κόπον καὶ πόνον.
Προφῆται : Ζῇ Κύριος μᾶς ὁμιλεῖς, μυστήριον μεγάλον,
αὐτὰ ὅμως ἐξ αρχῆς, πρὸς πίστωσίν μας μᾶλλον.
Ληστὴς :Ζῇ Κύριος νὰ τὸ εἰπῷ, Αὑτὸς ἐσταυρωμένος,
ὁ Εὐεργέτης Ἰησοῦς, στὸ ξύλο καρφωμένος.
Προφῆται : Ἥλιε, καὶ πῶς ἔβλεπες, τοῦ κόσμου τὸν Δεσπότην,
ἐσταυρωμένον Ἰησοῦ, βαβαί! τὸν Φωτοδότην.
Ληστὴς : Ἥλιος ἐσκοτίσθηκε, γῆ ὅλ’ ἐκλονίσθη,
μνημεῖα ἡνεώχθησαν, καὶ ὁ ναὸς ἐσχίσθη.
Προφῆται : Θαυμάσια ὦ ἄνθρωπε, πράγματα διηγῆσαι,
καὶ εὐεργέτης μας ἐσύ, ἐπ’ ἀληθείας εἶσαι.
Ληστὴς : Θαύματα τόσα βλέποντας, εὐθὺς ἐγὼ πιστεύω,
καὶ Μνήσθητί μου Κύριε, κράζω καὶ δὲν ὀκνεύω.
Προφῆται :Ἴδες μεγάλα πράγματα, εἶπες μεγάλον λόγον,
μὰ πῶς νἀσμίξῃς ἔτυχες, ἐκεῖ τὸν Θεῖον Λόγον.
Ληστὴς :Ἴδα καὶ εἶπα ὅλα αὐτὰ γιατ’ ἤμην σταυρωμένος,
κι’ ἐγὼ μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, στὸ ξύλο κρεμασμένος.
Προφῆται :Καλὰ μὲν εἶπες, ὁ Χριστὸς διὰ τὰς ἁμαρτίας,
ἰδικάς μας ἔπαθε, ἀμὴ ἐσὺ γιὰ ποίας;
Ληστὴς :Καλὰ ποτὲ δὲν ἔκαμα, πάντα κακὰ μεγάλα,
ἄξια οὖν ὧν ἔπραξα, ἀπήλαυσα, καὶ μἄλλα.
Προφῆται : Ληστοῦ ἀνθρώπου ὁ θάνατος καὶ νὰ μᾶς συμπαθήσῃς,
εἶναι αὐτὸς ὁ θάνατος, ὅπ’ εἶχες σὺ γνωρίσεις.
Ληστὴς :Ληστὴς καὶ κλέπτης ἤμην ἐγὼ, ἀλλ’ ὅμως καὶ ἐπιάσθην,
δικαίως οὖν νὰ κρεμασθῶ, ἐκεῖ κατεδικάσθην.
Προφῆται : Μετέπειτα δὲ ὁ Χριστὸς τὶ ἀποκρίθηκέ σου;
διὰ τὴν πίστιν σου αὐτήν, τὶ χάριν ἔδωκέ σου;
Ληστὴς : Μετ’ ἐμοῦ λέγει σήμερον, ἔσῃ ἐν παραδείσῳ,
αὐτὸ εἶπε τὸ χάρισμα, ἐγὼ νὰ σοῦ τὸ χαρίσω.
Προφῆται :Νὰ ἔμβῃς δὲ πῶς σ’ ἄφησε, θαυμάζωμε ἐκείνη
ῥομφαία ἡ Ἀγγελική, ἐκείνη ἡ φλογίνη;
Ληστὴς :Νὰ ἔμβω τοῦτον τὸν σταυρόν, μοὶ ἔδωκε σημεῖον,
καὶ παρευθὺς ἐστράφηκε, ὡς εἶδε τὸν πλησίον.
Προφῆται :Ξύλο ἐδίωξε Ἀδάμ, ξύλον πάλι τώρα
ἔφερε τοῦτον τὸν Ληστὴν ἐν Παραδείσῳ χώρᾳ.
Ληστὴς : Ξύλο δὲ τώρα τὸν Ἀδάμ, ἐκ τῶν καταχθονίων,
ἀνέβασε καὶ ὕψωσε, ἕως τῶν οὐρανίων.
Προφῆται :Ὄντως κατὰ ἀλήθειαν, καλὸς ληστὴς καὶ κλέπτης,
ὅτι καὶ τὸν Παράδεισον, ἔμαθες σὺ νὰ κλέπτῃς.
Ληστὴς : Ὄντως παράδειγμα ἐγώ, εἶμαι τῆς μετανοίας,
και τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄκρας εὐσπλαγχνίας.
Προφῆται : Πῶς ἔγινε ἡ σταύρωσις; Εἰπὲ μὲ συντομία,
διότι ἔχομε σ’ αὐτὸ πολλὴν ἐπιθυμίαν.
Ληστὴς :Πῶς ἔγινε; Ἀκούσατε! Εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν του,
Ἰούδας τὸν ἐπρόδωκε, φεῦ τὸν Διδάσκαλόν του.
Προφῆται :Ραβδίζεται ὁ Κύριος, λοιπὸν καταφρονεῖτε;
Ὤ! Οὐρανοί, πῶς τὸ κακὸν αὐτὸ ἐκδικεῖται;
Ληστὴς :Ραβδίζεται ἐμπτύεται ὑβρίζεται σταυροῦται,
ὄξος χολὴν ποτίζεται, θάπτεται καὶ νεκροῦται.
Προφῆται :Σώνει σου πλέον ἄνθρωπε, φθάνει, παρακαλοῦμε,
ὅτι νὰ σὲ ἀκούσωμεν πλέον δὲν ἠμποροῦμε.
Ληστὴς : Σώνει ἀλλ’ ὅμως μὲ αὐτὰ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων
εὗρεν ὅμως ἁρμόδιον τῆς σωτηρίας τρόπον.
Προφῆται :Τὶ ἔκαμαν οἱ ἄλλοι δὲ ἔνδεκα μαθηταί Του,
ἐστάθησαν ἐφάνησαν κἄν παρηγορηταί Του.
Ληστὴς : Τὶ ἔκαμαν; Τὸν ἄφηκαν μόνον μεμονωμένον,
ἐκτὸς ἀπ’ τὴν Μητέρα του Μαρίαν τὴν Παρθένον.
Προφῆται : Ὕστερον τὶ ἀπέγινε; Ὁ Κύριος εἰπέ μας,
ἀνέστη ἀπὸ τῶν νεκρῶν αὐτὸ φανέρωσέ μας.
Ληστὴς : Ὕστερον δὲν ἠξεύρω γὼ τὶ πλέον εἶχε γένει,
ἠξεύρω ὅμως πῶς νεκρός Θεὸς δὲν ἀπομένει.
Προφῆται : Φεῦ!  τὸν Λαὸν τῶν σταυρωτῶν, τῷ ἐξανολεσθέντι,
εὖγε τῷ Εὐαγγελιστί, Ληστῇ τῷ σταυρωθέντι.
Ληστὴς :Φεῦ! Δὲ καὶ πᾶσι τοῖς λαοῖς, ὅσοι Χριστὸν ἀρνεῖσθε
τὸν Ἰησοῦ μου τὸν Θεὸν ἐσεῖς δὲ ποῖοι εἶσθε;
Προφῆται : Χαίρομαι εἰς τὸ κήρυγμα τῆς σῆς ὁμολογίας,
οὗτος δὲ εἶ ὁ Ἔνωχ, ἐγὼ δὲ ὁ Ἠλίας.
Ληστὴς : Χαίρω ποὺ σᾶς εὕρηκα καὶ σεῖς δὲ νὰ μοῦ πῆτε,
ποτὲ δὲν ἀποθένετε;  Ἕως πότε θέλει ζῆται;
Προφῆται : Ψυχῶν σωμάτων ὁ Θεὸς καὶ τῆς ἀθανασίας,
θέλει μᾶς ἔχει ζωντανούς, ἕως τῆς συντελείας.
Ληστὴς :Ψυχῆς μου τῆς ἁμαρτωλῆς, Χριστὸς ἡ σωτηρία,
μὰ γιατὶ παρακαλῶ, τόση μακροζωΐα;
Προφῆται :Ὥστε νὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς τοῦ κακοῦ τοῦ Ἀντιχρίστου
καὶ θεομάχου τε αὐτοῦ τοῦ πλάνου καὶ ἀπίστου.
Ληστὴς :Ὥστε διὰ καλὸν λοιπόν, ζῆτε καὶ σωτηρία,

ὤ! Διὰ τὴν σὴν πρόνοιαν. Χριστὲ καὶ τὴν σοφίαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: