ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΕΝΩΧ ΚΑΙ ΗΛΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗΝ

ΔΙΑΛΟΓΟΣ
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΕΝΩΧ ΚΑΙ ΗΛΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗΝ
ΚΑΘ’ ΗΝ ΩΡΑΝ ΕΙΣΗΡΧΕΤΟ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ. ΚΑΤ’ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗΝ ΣΕΙΡΑΝ.
Προφῆται :  Ἄνθρωπος ποῖος εἶσαι σύ; καὶ ποῖος ἔστειλέ σε; ἐδῶ εἰς τὸν Παράδεισον, καὶ τὶς ὁδήγησέ σε;
Ληστὴς :Ἄνθρωπος εἶμαι ἐκ τῆς γῆς, ὡσὰν καὶ σᾶς πλασμένος, μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τοῦ πλάστου τιμημένος.
Προφῆται :Βλέπομεν πῶς εἶσ’ ἄνθρωπος, μὰ τὶς εἶσαι ῥωτοῦμε. Πῶς ἐπροχώρησες ἐδῶ, εἰς τοῦτο ἀπορροῦμε.
Ληστὴς : Βλέποντες ἄνθρωπον λοιπόν, τὶ πλέον ἐρωτᾶτε καὶ σεῖς δὲν εἶστε ἄνθρωποι, ἐδῶ οὖν τὶ ζητᾶτε;
Προφῆται : Γέροντα δὲν σὲ βλέπομεν, ἀλλ’ οὔτε ἱερέα,
πῶς συντυχαίνεις τὸ λοιπόν, ὡς τόσον θαῥῥαλέα;
Ληστὴς : Γέροντας δὲν εἶμ’ ἐγώ, οὐδὲ ἱερωμένος,
μ’ ἔστειλε ὅμως ὁ Θεός, ἄς εἶναι δοξασμένος.
Προφῆται :Δὲν ὁμοιάζεις ἐκ Θεοῦ, ὄχι ἀπεσταλμένος,
ἐσ’ εἶσαι ἀγριάνθρωπος, φονιὰς κι’ αἱματωμένος.
Ληστὴς :Δὲν ὁμοιάζω ἀληθῶς, πλὴν ἡ φιλανθρωπία,
τοῦ Ἰησοῦ μ’ ἔσωσεν, ὡς ἄπειρος ὡς Θεία.
Προφῆται :Εὐλογημένε Ἰησοῦ, μὰ πῶς; νὰ ζῇς εἰπέ μας,
πῶς σ’ ἔσωσε; Τὶ ἔκαμες; Πολλὰ γὰρ εὔφρανές μας.
Ληστὴς : Εὐλογητὸς ὁ Κύριος, μὲ ἕνα λόγον μόνον
μὲ ἔσωσε, μ’ ἐδέχτηκε, χωρὶς κόπον καὶ πόνον.
Προφῆται : Ζῇ Κύριος μᾶς ὁμιλεῖς, μυστήριον μεγάλον,
αὐτὰ ὅμως ἐξ αρχῆς, πρὸς πίστωσίν μας μᾶλλον.
Ληστὴς :Ζῇ Κύριος νὰ τὸ εἰπῷ, Αὑτὸς ἐσταυρωμένος,
ὁ Εὐεργέτης Ἰησοῦς, στὸ ξύλο καρφωμένος.
Προφῆται : Ἥλιε, καὶ πῶς ἔβλεπες, τοῦ κόσμου τὸν Δεσπότην,
ἐσταυρωμένον Ἰησοῦ, βαβαί! τὸν Φωτοδότην.
Ληστὴς : Ἥλιος ἐσκοτίσθηκε, γῆ ὅλ’ ἐκλονίσθη,
μνημεῖα ἡνεώχθησαν, καὶ ὁ ναὸς ἐσχίσθη.
Προφῆται : Θαυμάσια ὦ ἄνθρωπε, πράγματα διηγῆσαι,
καὶ εὐεργέτης μας ἐσύ, ἐπ’ ἀληθείας εἶσαι.
Ληστὴς : Θαύματα τόσα βλέποντας, εὐθὺς ἐγὼ πιστεύω,
καὶ Μνήσθητί μου Κύριε, κράζω καὶ δὲν ὀκνεύω.
Προφῆται :Ἴδες μεγάλα πράγματα, εἶπες μεγάλον λόγον,
μὰ πῶς νἀσμίξῃς ἔτυχες, ἐκεῖ τὸν Θεῖον Λόγον.
Ληστὴς :Ἴδα καὶ εἶπα ὅλα αὐτὰ γιατ’ ἤμην σταυρωμένος,
κι’ ἐγὼ μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, στὸ ξύλο κρεμασμένος.
Προφῆται :Καλὰ μὲν εἶπες, ὁ Χριστὸς διὰ τὰς ἁμαρτίας,
ἰδικάς μας ἔπαθε, ἀμὴ ἐσὺ γιὰ ποίας;
Ληστὴς :Καλὰ ποτὲ δὲν ἔκαμα, πάντα κακὰ μεγάλα,
ἄξια οὖν ὧν ἔπραξα, ἀπήλαυσα, καὶ μἄλλα.
Προφῆται : Ληστοῦ ἀνθρώπου ὁ θάνατος καὶ νὰ μᾶς συμπαθήσῃς,
εἶναι αὐτὸς ὁ θάνατος, ὅπ’ εἶχες σὺ γνωρίσεις.
Ληστὴς :Ληστὴς καὶ κλέπτης ἤμην ἐγὼ, ἀλλ’ ὅμως καὶ ἐπιάσθην,
δικαίως οὖν νὰ κρεμασθῶ, ἐκεῖ κατεδικάσθην.
Προφῆται : Μετέπειτα δὲ ὁ Χριστὸς τὶ ἀποκρίθηκέ σου;
διὰ τὴν πίστιν σου αὐτήν, τὶ χάριν ἔδωκέ σου;
Ληστὴς : Μετ’ ἐμοῦ λέγει σήμερον, ἔσῃ ἐν παραδείσῳ,
αὐτὸ εἶπε τὸ χάρισμα, ἐγὼ νὰ σοῦ τὸ χαρίσω.
Προφῆται :Νὰ ἔμβῃς δὲ πῶς σ’ ἄφησε, θαυμάζωμε ἐκείνη
ῥομφαία ἡ Ἀγγελική, ἐκείνη ἡ φλογίνη;
Ληστὴς :Νὰ ἔμβω τοῦτον τὸν σταυρόν, μοὶ ἔδωκε σημεῖον,
καὶ παρευθὺς ἐστράφηκε, ὡς εἶδε τὸν πλησίον.
Προφῆται :Ξύλο ἐδίωξε Ἀδάμ, ξύλον πάλι τώρα
ἔφερε τοῦτον τὸν Ληστὴν ἐν Παραδείσῳ χώρᾳ.
Ληστὴς : Ξύλο δὲ τώρα τὸν Ἀδάμ, ἐκ τῶν καταχθονίων,
ἀνέβασε καὶ ὕψωσε, ἕως τῶν οὐρανίων.
Προφῆται :Ὄντως κατὰ ἀλήθειαν, καλὸς ληστὴς καὶ κλέπτης,
ὅτι καὶ τὸν Παράδεισον, ἔμαθες σὺ νὰ κλέπτῃς.
Ληστὴς : Ὄντως παράδειγμα ἐγώ, εἶμαι τῆς μετανοίας,
και τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄκρας εὐσπλαγχνίας.
Προφῆται : Πῶς ἔγινε ἡ σταύρωσις; Εἰπὲ μὲ συντομία,
διότι ἔχομε σ’ αὐτὸ πολλὴν ἐπιθυμίαν.
Ληστὴς :Πῶς ἔγινε; Ἀκούσατε! Εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν του,
Ἰούδας τὸν ἐπρόδωκε, φεῦ τὸν Διδάσκαλόν του.
Προφῆται :Ραβδίζεται ὁ Κύριος, λοιπὸν καταφρονεῖτε;
Ὤ! Οὐρανοί, πῶς τὸ κακὸν αὐτὸ ἐκδικεῖται;
Ληστὴς :Ραβδίζεται ἐμπτύεται ὑβρίζεται σταυροῦται,
ὄξος χολὴν ποτίζεται, θάπτεται καὶ νεκροῦται.
Προφῆται :Σώνει σου πλέον ἄνθρωπε, φθάνει, παρακαλοῦμε,
ὅτι νὰ σὲ ἀκούσωμεν πλέον δὲν ἠμποροῦμε.
Ληστὴς : Σώνει ἀλλ’ ὅμως μὲ αὐτὰ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων
εὗρεν ὅμως ἁρμόδιον τῆς σωτηρίας τρόπον.
Προφῆται :Τὶ ἔκαμαν οἱ ἄλλοι δὲ ἔνδεκα μαθηταί Του,
ἐστάθησαν ἐφάνησαν κἄν παρηγορηταί Του.
Ληστὴς : Τὶ ἔκαμαν; Τὸν ἄφηκαν μόνον μεμονωμένον,
ἐκτὸς ἀπ’ τὴν Μητέρα του Μαρίαν τὴν Παρθένον.
Προφῆται : Ὕστερον τὶ ἀπέγινε; Ὁ Κύριος εἰπέ μας,
ἀνέστη ἀπὸ τῶν νεκρῶν αὐτὸ φανέρωσέ μας.
Ληστὴς : Ὕστερον δὲν ἠξεύρω γὼ τὶ πλέον εἶχε γένει,
ἠξεύρω ὅμως πῶς νεκρός Θεὸς δὲν ἀπομένει.
Προφῆται : Φεῦ!  τὸν Λαὸν τῶν σταυρωτῶν, τῷ ἐξανολεσθέντι,
εὖγε τῷ Εὐαγγελιστί, Ληστῇ τῷ σταυρωθέντι.
Ληστὴς :Φεῦ! Δὲ καὶ πᾶσι τοῖς λαοῖς, ὅσοι Χριστὸν ἀρνεῖσθε
τὸν Ἰησοῦ μου τὸν Θεὸν ἐσεῖς δὲ ποῖοι εἶσθε;
Προφῆται : Χαίρομαι εἰς τὸ κήρυγμα τῆς σῆς ὁμολογίας,
οὗτος δὲ εἶ ὁ Ἔνωχ, ἐγὼ δὲ ὁ Ἠλίας.
Ληστὴς : Χαίρω ποὺ σᾶς εὕρηκα καὶ σεῖς δὲ νὰ μοῦ πῆτε,
ποτὲ δὲν ἀποθένετε;  Ἕως πότε θέλει ζῆται;
Προφῆται : Ψυχῶν σωμάτων ὁ Θεὸς καὶ τῆς ἀθανασίας,
θέλει μᾶς ἔχει ζωντανούς, ἕως τῆς συντελείας.
Ληστὴς :Ψυχῆς μου τῆς ἁμαρτωλῆς, Χριστὸς ἡ σωτηρία,
μὰ γιατὶ παρακαλῶ, τόση μακροζωΐα;
Προφῆται :Ὥστε νὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς τοῦ κακοῦ τοῦ Ἀντιχρίστου
καὶ θεομάχου τε αὐτοῦ τοῦ πλάνου καὶ ἀπίστου.
Ληστὴς :Ὥστε διὰ καλὸν λοιπόν, ζῆτε καὶ σωτηρία,

ὤ! Διὰ τὴν σὴν πρόνοιαν. Χριστὲ καὶ τὴν σοφίαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: